Γάλα χωρίς λακτόζη

Γάλα χωρίς λακτόζη

Γάλα χωρίς λακτόζη

Λακτόζη ονομάζεται το φυσικό σάκχαρο του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Ο ανθρώπινος οργανισμός,υπό κανονικές συνθήκες, μετά την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων διασπά την λακτόζη στα συστατικά γλυκόζη και γαλακτόζη. Η διάσπαση επιτυγχάνεται με την βοήθεια ενός ενζύμου, που ονομάζεται λακτάση.
Με τον όρο « δυσανεξία στη λακτόζη» περιγράφουμε την αδυναμία του οργανισμού να διασπάσει μερικώς ή ολικώς την προσλαμβάνουσα από τα γαλακτοκομικά προϊόντα λακτόζη. Στην πραγματικότητα ο οργανισμός εμφανίζει μερική ή ολική έλλειψη του ενζύμου (λακτάση).
Η δυσανεξία στη λακτόζη, σε παιδιά και ενήλικες, μπορεί να προκαλέσει ναυτία, πόνο στην κοιλιακή χώρα, κοιλιακές κράμπες, φούσκωμα, αέρια και διάρροια. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται συνήθως εντός μικρού χρονικού διαστήματος από την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, μπορεί όμως να παρατηρηθούν και αρκετές ώρες αργότερα.
Η δυσανεξία στην λακτόζη είναι μία κατάσταση συνηθισμένη, που συνήθως είναι κληρονομική. Η αντιμετώπιση της απαιτεί αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες του παιδιού ή του ενήλικα.
Προκειμένου το παιδί, αλλά και ο ενήλικας, να μην στερηθεί το ασβέστιο, τον φώσφορο, τα πολύτιμα ιχνοστοιχεία και τις βιταμίνες του γάλακτος, συνιστάται η κατανάλωση γάλακτος χωρίς λακτόζη. Πρόκειται για προϊόν που περιέχει αναλλοίωτα όλα τα πολύτιμα συστατικά του γάλακτος, με τη μόνη διαφορά ότι η περιεχόμενη λακτόζη του γάλακτος έχει ήδηδιασπαστεί με την κατάλληλη προσθήκη λακτάσης. Η διάσπαση αυτή της λακτόζης προσδίδει μία ελαφρώς γλυκιά γεύση στο τελικό προϊόν.
Σε περιπτώσεις δυσανεξίας στην λακτόζη το γιαούρτι θεωρείται επίσης μία τροφή ασφαλής για κατανάλωση. Τα βακτήρια που περιέχονται στο γιαούρτι αναλαμβάνουν το ρόλο του ενζύμου και διασπούν για λογαριασμό μας σημαντική ποσότητα από την λακτόζη του γάλακτος.